Γενικοί όροι σύμβασης, πώλησης και παράδοσης
(εφεξής καλούμενοι συνοπτικά «γενικοί όροι») του STASTO Automation KG (εφεξής συνοπτικά «Επιχειρηματίας») για όλες τις δικαιοπραξίες μεταξύ του Επιχειρηματία και τρίτων (οι οποίοι εφεξής συνοπτικά αποκαλούνται «Συμβαλλόμενοι») Έκδοση Νοέμβριος 2015
I. Γενικά
II. Προσφορά, καθορισμός τιμών
III. Εμπορικά και τεχνικά έγγραφα
IV. Παράδοση
V. Υπερημερία, απώλεια
VI. Όροι πληρωμής
VII. Παρακράτηση κυριότητας, επιστροφή εμπορευμάτων
VIII. Εγγύηση, ευθύνη
IX. Αποζημίωση, ευθύνη προϊόντος
X. Τόπος εκπλήρωσης, αρμόδιο δικαστήριο, προστασία δεδομένων
I. Γενικά
(1) Ο επιχειρηματίας αναλαμβάνει την εκτέλεση παραγγελιών των συμβαλλομένων εταίρων του και τις παραδόσεις προς αυτούς αποκλειστικά βάσει των παρόντων γενικών όρων. Αποκλίνοντες γενικοί ή ειδικοί όροι ενός συμβαλλόμενου εταίρου καθώς και ειδικές συμφωνίες ισχύουν μόνο εφόσον έχουν συμφωνηθεί χωριστά εγγράφως.
(2) Εάν, χωρίς χωριστή συμφωνία, αποσταλούν ή έχουν αποσταλεί τέτοιοι όροι του συμβαλλόμενου εταίρου, αυτός παραιτείται από τυχόν έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτούς.
(3) Εφόσον ο συμβαλλόμενος εταίρος προτίθεται να μην αποδέχεται την ισχύ των γενικών όρων του επιχειρηματία υπέρ και κατά του, θα ενημερώνεται σχετικά με χωριστή επιστολή, ώστε στη συνέχεια να μπορούν να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις μεταξύ του επιχειρηματία και του συμβαλλόμενου εταίρου του. Μέχρι να υπάρξει αποκλίνουσα έγγραφη ρύθμιση, ισχύουν σε κάθε περίπτωση οι παρόντες γενικοί όροι του επιχειρηματία.
(4) Οι παρόντες γενικοί όροι παραμένουν κατά τα λοιπά σε ισχύ ακόμη και σε περίπτωση τυχόν νομικής ακυρότητας μεμονωμένων διατάξεων.
(5) Οι γενικοί όροι του επιχειρηματία που τέθηκαν μία φορά σε ισχύ μεταξύ του συμβαλλόμενου εταίρου και του επιχειρηματία ισχύουν, χωρίς περαιτέρω ειδική υπόδειξη, και για όλες τις μελλοντικές συμβάσεις μεταξύ των ίδιων μερών.
(6) Οι παρόντες όροι ισχύουν για όλες τις δικαιοπραξίες, για συναλλαγές με καταναλωτές κατά την έννοια του νόμου περί προστασίας καταναλωτή όμως μόνο στο μέτρο που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του πρώτου κύριου μέρους του εν λόγω νόμου.
(7) Χωρίς έγγραφη εξουσιοδότηση από τον επιχειρηματία, απαγορεύεται στους εργαζομένους του να καταργούν, να συμπληρώνουν ή να τροποποιούν τους παρόντες όρους. Εάν, ωστόσο, τέτοιες δεσμεύσεις είναι δεσμευτικές για τον επιχειρηματία βάσει του νόμου περί προστασίας καταναλωτή, μπορεί οποτεδήποτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.
(8) Απαγορεύεται στον συμβαλλόμενο εταίρο να μεταβιβάζει σε τρίτους τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από σύμβαση με τον επιχειρηματία χωρίς την έγγραφη συναίνεσή του.
(9) Η κατάργηση, συμπλήρωση ή τροποποίηση συμβάσεων απαιτεί, για την εγκυρότητά της, έγγραφη μορφή.
(10) Σε χώρες με δικές τους εταιρείες STASTO ισχύουν οι δικοί τους Γενικοί Όροι Σύμβασης, Πώλησης και Παράδοσης.
II. Προσφορά, τιμολόγηση
(1) Οι προσφορές προς τον επιχειρηματία μπορούν να γίνουν αποδεκτές από αυτόν μόνο με έγγραφες δηλώσεις αποδοχής ή με πραγματική εκπλήρωση. Ο προσφέρων δεσμεύεται από αυτές για διάρκεια 4 εβδομάδων από την παραλαβή τους από τον επιχειρηματία.
(2) Οι προσφορές του επιχειρηματία είναι καταρχήν χωρίς δέσμευση. Ο επιχειρηματίας δικαιούται οποτεδήποτε – ακόμη και μετά τη λήψη δήλωσης/τοποθέτησης του συμβαλλομένου – να τροποποιεί ή να ανακαλεί τις προσφορές του. Τυχόν ανάθεση παραγγελίας από τον συμβαλλόμενο δεσμεύει τον επιχειρηματία – ανεξάρτητα από τις προηγούμενες ενέργειές του – μόνο όταν αυτός αποστείλει στον συμβαλλόμενο έγγραφη επιβεβαίωση παραγγελίας ή προβεί πράγματι στην εκπλήρωση.
(3) Οι προϋπολογισμοί του επιχειρηματία είναι καταρχήν μη δεσμευτικοί. Αποτελούν μόνο πρόσκληση προς τον συμβαλλόμενο για υποβολή προσφοράς. Η κατάρτισή τους είναι, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχουν προηγουμένως συμφωνήσει διαφορετικά, δωρεάν. Υπηρεσίες που υπερβαίνουν το συνήθες πλαίσιο ενός προϋπολογισμού, όπως εργασίες σχεδιασμού, κατασκευαστικά σχέδια, ταξίδια κ.λπ., χρεώνονται σύμφωνα με τις συνήθεις για τον επιχειρηματία αρχές κοστολόγησης.
(4) Κατά την κατάρτιση προϋπολογισμών, ο επιχειρηματίας δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ειδικές για την ανάθεση περιστάσεις που δεν του έχουν γνωστοποιηθεί. Ο συμβαλλόμενος υποχρεούται να ενημερώνει πλήρως τον επιχειρηματία για όλες τις περιστάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της απαιτούμενης εργασίας και το κόστος.
(5) Τα στοιχεία που περιέχονται σε προϋπολογισμούς, φυλλάδια, ενημερωτικές επιστολές, καταλόγους, αγγελίες, απεικονίσεις, τιμοκαταλόγους κ.λπ. σχετικά με το είδος, την έκταση, τον εξοπλισμό και τις τιμές των προϊόντων ή/και των υπηρεσιών κ.λπ. είναι μη δεσμευτικά.
(6) Οι τιμές ισχύουν, εφόσον δεν συμφωνηθεί διαφορετικά, σε ευρώ καθαρές χωρίς ΦΠΑ, συσκευασμένες, ex works από την αποθήκη Innsbruck, χωρίς φόρτωση, μεταφορά, ασφάλιση, δασμούς, τέλη ή άλλα παρεπόμενα έξοδα. Αύξηση του κόστους παραγωγής (μισθοί, υλικά, διοίκηση, ενέργεια, τροποποιημένα βοηθητικά μέσα διαμόρφωσης κ.λπ.) μεταξύ του χρόνου σύναψης της σύμβασης και της εκπλήρωσής της από τον επιχειρηματία παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα αντίστοιχης αύξησης της τιμής. Παραγγελίες χωρίς συμφωνία τιμής υπολογίζονται με τις τιμές που ισχύουν κατά την ημέρα έκδοσης του τιμολογίου, λαμβάνοντας υπόψη το τότε ισχύον κόστος παραγωγής.
(7) Τεχνικές αλλαγές ή αποκλίσεις από σχέδια και προδιαγραφές κάθε είδους πρέπει να γίνονται αποδεκτές από τον συμβαλλόμενο, εφόσον δεν αντιβαίνουν στον επιδιωκόμενο από αυτόν σκοπό χρήσης.
III. Εμπορικά και τεχνικά έγγραφα
(1) Όλα τα εμπορικά και τεχνικά έγγραφα που καταρτίζονται ή παραδίδονται από τον επιχειρηματία παραμένουν στην κυριότητα του επιχειρηματία. Κάθε δημοσίευση, διάδοση και κάθε άλλη αξιοποίηση των εν λόγω εγγράφων επιτρέπεται μόνο με έγγραφη συγκατάθεση του επιχειρηματία. Ειδικότερα, τα εν λόγω έγγραφα δεν επιτρέπεται να καθίστανται προσβάσιμα σε τρίτους.
(2) Ο επιχειρηματίας διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή όλων των εγγράφων οποτεδήποτε, χωρίς αναφορά λόγων, με δαπάνη του συμβαλλόμενου μέρους.
IV. Παράδοση
(1) Ελλείψει ειδικής συμφωνίας, η παροχή ή/και η παράδοση θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί ως «εκ του εργοστασίου (αποθήκη)». Τυχόν συναρμολόγηση, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στην τιμή βάσει ειδικής συμφωνίας, θα χρεώνεται σύμφωνα με τις αρχές κοστολόγησης της επιχείρησης.
(2) Εάν, βάσει ειδικής συμφωνίας, ο επιχειρηματίας οφείλει να παραδώσει τα εμπορεύματα σε συγκεκριμένο τόπο, τότε η παράδοση εκεί – χωρίς περαιτέρω συμφωνία – δεν θεωρείται «μεταφορικά πληρωμένα». Ο επιχειρηματίας έχει την επιλογή του μέσου μεταφοράς. Δικαιούται επίσης, ακόμη και χωρίς ειδική εντολή του συμβαλλόμενου μέρους, να συνάψει για λογαριασμό του συμβαλλόμενου μέρους ασφάλιση (ιδίως ασφάλιση μεταφοράς ή συναρμολόγησης). Τα σχετικά έξοδα δεν περιλαμβάνονται στην τιμή και μπορούν να χρεωθούν με τη σύναψη της ασφάλισης.
(3) Όλοι οι κίνδυνοι μεταβιβάζονται στον συμβαλλόμενο το αργότερο με την εκπλήρωση από τον επιχειρηματία. Αυτό ισχύει και για τμηματικές παραδόσεις ως προς τις ίδιες. Σε περίπτωση παράδοσης «εκ του εργοστασίου (αποθήκη)», ως χρόνος εκπλήρωσης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο επιχειρηματίας αποστέλλει στον συμβαλλόμενο τη γνωστοποίηση της ετοιμότητας αποστολής. Διαφορετικά, ο κίνδυνος – ανεξαρτήτως της εκάστοτε συμφωνημένης ρήτρας παράδοσης (Incoterms κ.λπ.) – μεταβιβάζεται στον συμβαλλόμενο όταν τα εμπορεύματα εγκαταλείψουν το εργοστάσιο ή/και την αποθήκη του επιχειρηματία.
V. Καθυστέρηση, απώλεια
(1) Η προθεσμία παράδοσης αναφέρεται ως ημερολογιακή εβδομάδα – εντός της οποίας πρέπει να εκπληρωθεί – και ισχύει «εκ του εργοστασίου (αποθήκη)». Είναι δεσμευτική μόνο εφόσον έχει ρητώς χαρακτηριστεί ως τέτοια.
(2) Εάν ο συμβαλλόμενος απουσιάζει κατά την προθεσμία παράδοσης ή καθυστερεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της παράδοσης, η παροχή ή/και η παράδοση θεωρείται σε κάθε περίπτωση ότι έχει παραληφθεί από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τμηματική παράδοση.
(3) Εάν μια παροχή ή/και παράδοση καθυστερήσει λόγω περιστάσεως για την οποία ο επιχειρηματίας δεν ευθύνεται, η προθεσμία παροχής ή/και παράδοσης παρατείνεται αναλόγως και χωρίς ιδιαίτερη δήλωση του επιχειρηματία, χωρίς ο επιχειρηματίας να υπέχει οποιεσδήποτε συνέπειες υπερημερίας – ακόμη και αν ο επιχειρηματίας βρίσκεται ήδη ο ίδιος σε υπερημερία. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης δυσχέρειας της εκτέλεσης της παραγγελίας εξαιτίας αυτού, ο επιχειρηματίας δικαιούται να υπαναχωρήσει, με αποκλεισμό αξιώσεων αποζημίωσης. Εάν η εκτέλεση μιας σύμβασης παρεμποδίζεται λόγω ανωτέρας βίας, ο επιχειρηματίας απαλλάσσεται από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο επιχειρηματίας δικαιούται, μετά την άρση του κωλύματος, να εκτελέσει την παράδοση ή την παροχή.
(4) Εάν ο επιχειρηματίας ευθύνεται για την υπερημερία, ο συμβαλλόμενος μπορεί, αφού τάξει εύλογη πρόσθετη προθεσμία τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, είτε να απαιτήσει την εκπλήρωση είτε – μόνο σε περίπτωση υπαιτιότητας του επιχειρηματία – να δηλώσει υπαναχώρηση από τη σύμβαση. Η δήλωση αυτή πρέπει να υποβληθεί από τον συμβαλλόμενο ήδη κατά τον ορισμό της πρόσθετης προθεσμίας, εγγράφως, άνευ όρων και με σαφήνεια.
(5) Ο επιχειρηματίας μπορεί σε κάθε περίπτωση – χωρίς να προκαλεί συνέπειες υπερημερίας – να εξαρτήσει την τήρηση της προθεσμίας παροχής ή/και παράδοσης από την είσπραξη συμφωνημένων προκαταβολών, από την έγκαιρη εξόφληση άλλων ανεξόφλητων απαιτήσεων, από τη διευκρίνιση εκ των υστέρων προκύπτοντων ανοικτών ζητημάτων, από τη διαθεσιμότητα όλων των αναγκαίων βοηθημάτων (π.χ. μοντέλα, σχέδια, προσχέδια κ.λπ.), από την πλήρωση όλων των τεχνικών προϋποθέσεων καθώς και από την εκπλήρωση όλων των λοιπών συμβατικών υποχρεώσεων.
(6) Στο μέτρο που επιτρέπεται νομικά – πάντως όμως για ελαφρά αμέλεια – αποκλείονται γενικώς αξιώσεις αποζημίωσης λόγω καθυστέρησης παράδοσης.
(7) Για την εξασφάλιση διοικητικών εγκρίσεων, αδειών τρίτων καθώς και για την υποβολή δηλώσεων προς τις αρχές, ο συμβαλλόμενος οφείλει να μεριμνήσει με δικές του δαπάνες.
(8) Ελλείψει διαφορετικής έγγραφης συμφωνίας, ο επιχειρηματίας δικαιούται να πραγματοποιεί τμηματικές και προπαραδόσεις και να εκδίδει αντίστοιχα τμηματικά τιμολόγια.
(9) Τυχόν ζημίες ή απώλειες πρέπει να διαπιστώνονται εγγράφως από τον παραλήπτη του εμπορεύματος ή/και της παροχής ταυτόχρονα με την παραλαβή, με προβολή των αξιώσεων έναντι του παραδίδοντος (π.χ. μεταφορέα). Λόγω ζημίας μεταφοράς ή ελλείμματος δεν μπορεί ούτε να αρνηθεί η παραλαβή του εμπορεύματος ούτε να μην αναγνωριστεί το τιμολόγιο.
(10) Κοινή παραλαβή του εμπορεύματος που κατασκευάστηκε από τον επιχειρηματία από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη πραγματοποιείται μετά την παράδοση μόνο κατόπιν ρητής συμφωνίας. Στην περίπτωση αυτή, ελλείψει ιδιαίτερης συμφωνίας, ο συμβαλλόμενος φέρει τα έξοδα που προκύπτουν και για τις δύο πλευρές.
(11) Εάν ο συμβαλλόμενος δεν παραλάβει το συμβατικό εμπόρευμα ή/και την παροχή στον σωστό τόπο ή στον σωστό χρόνο, ο επιχειρηματίας μπορεί, αφού τάξει εύλογη πρόσθετη προθεσμία, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Ο συμβαλλόμενος ευθύνεται για το σύνολο της ζημίας που προκύπτει. Σε περίπτωση επείγοντος κινδύνου, ο επιχειρηματίας μπορεί να προβεί σε αξιοποίηση «κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο» για λογαριασμό του συμβαλλομένου, χωρίς να καταστεί υπόχρεος αποζημίωσης έναντι του συμβαλλομένου. Ο επιχειρηματίας μπορεί επίσης, με δαπάνες του συμβαλλομένου, να προβεί σε αποθήκευση σε τρίτους.
VI. Όροι πληρωμής
(1) Εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά εγγράφως, το τίμημα είναι πληρωτέο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία τιμολογίου, χωρίς έκπτωση. Σε περίπτωση πληρωμής εντός 14 ημερών από την ημερομηνία τιμολογίου, επιτρέπεται έκπτωση 2% (Skonto), εφόσον κατά τον χρόνο αυτό έχουν εξοφληθεί όλες οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.
(2) Πληρωμές με επιταγή ή συναλλαγματική γίνονται μόνο έναντι πληρωμής. Όλα τα έξοδα και οι τραπεζικές προμήθειες σε σχέση με εμβάσματα, καθώς και με την έκδοση ή την εξόφληση συναλλαγματικών ή επιταγών, βαρύνουν τον συμβαλλόμενο.
(3) Σε περίπτωση διαμαρτυρίας συναλλαγματικής ή αναγωγής ή μη πληρωμής ληξιπρόθεσμου τιμολογίου, όλα τα τιμολόγια καθίστανται άμεσα απαιτητά, χωρίς να απαιτείται ρητή κήρυξη ληξιπρόθεσμου. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ουσιώδους επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του συμβαλλομένου.
(4) Η υπερημερία επέρχεται αυτοδικαίως χωρίς περαιτέρω όχληση. Σε περίπτωση υπερημερίας, παύουν να ισχύουν όλες οι ήδη γεννηθείσες ή μελλοντικά δυνατές αξιώσεις του συμβαλλομένου από συμφωνημένες συμβατικές ποινές.
(5) Σε περίπτωση υπερημερίας συμφωνούνται τόκοι υπερημερίας ύψους 12% ετησίως, με την επιφύλαξη ότι τυχόν υψηλότερη ζημία από τόκους ή απώλεια συναλλαγματικής ισοτιμίας αποζημιώνεται.
(6) Μετά την επέλευση της ισχύος της υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ο συμβαλλόμενος οφείλει να επιστρέψει αμέσως, χωρίς περαιτέρω όχληση και με δικά του έξοδα, τα ήδη παραδοθέντα εμπορεύματα στον Unternehmer, να καταβάλει αποζημίωση για τυχόν μείωση της αξίας και να αποζημιώσει όλες τις δαπάνες που προέκυψαν για τον Unternehmer κατά την εκτέλεση της σύμβασης και την αναστροφή της. Για την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει στο πλαίσιο αυτό, ο συμβαλλόμενος οφείλει να καταβάλει, χωρίς περαιτέρω αποδείξεις και με άμεση ληξιπροθεσμία, τέλος ακύρωσης 20% επί του μικτού ποσού του τιμολογίου. Το τέλος ακύρωσης δεν αποκλείει τη διεκδίκηση περαιτέρω ζημίας.
(7) Ο συμβαλλόμενος δεν επιτρέπεται να συμψηφίζει τις απαιτήσεις του με απαιτήσεις του Unternehmer.
VII. Διατήρηση κυριότητας, επιστροφή εμπορευμάτων
(1) Μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού του τιμολογίου συμπεριλαμβανομένων τόκων, εξόδων και δαπανών, καθώς και μέχρι την πλήρη εκπλήρωση όλων των λοιπών παρόντων και μελλοντικών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων του συμβαλλομένου σε σχέση με την παράδοση των εμπορευμάτων, καθώς και βάσει όλων των λοιπών παραδόσεων και παροχών, τα παραδοθέντα εμπορεύματα – ακόμη και αν έχουν ήδη συναρμολογηθεί και εγκατασταθεί – παραμένουν στην απεριόριστη κυριότητα του επιχειρηματία. Ο συμβαλλόμενος οφείλει, με δικά του έξοδα και με δική του πρωτοβουλία, να προβεί σε όλες τις ενέργειες που, ανάλογα με τον τόπο όπου βρίσκονται, είναι αναγκαίες για τη σύσταση ή/και τη διατήρηση της παρακράτησης κυριότητας.
(2) Η εκποίηση ή ενεχυρίαση των εμπορευμάτων υπό παρακράτηση κυριότητας επιτρέπεται μόνο με ρητή συγκατάθεση του επιχειρηματία και σε καμία περίπτωση μετά από παύση πληρωμών, οπότε ο συμβαλλόμενος οφείλει να ενημερώσει τους πελάτες του για την παρακράτηση κυριότητας του επιχειρηματία. Ανεξαρτήτως αυτού, ο συμβαλλόμενος προσφέρει ήδη με το παρόν αμετάκλητα, για την περίπτωση μεταπώλησης των εν λόγω εμπορευμάτων, να εκχωρήσει στον επιχειρηματία, προς ικανοποίησή του και αντί καταβολής, όλες τις απαιτήσεις που προκύπτουν από αυτή. Ο επιχειρηματίας μπορεί να αποδεχθεί την προσφορά εκχώρησης οποτεδήποτε, χωρίς χρονικό περιορισμό. Όλα τα σχετικά τέλη και έξοδα βαρύνουν τον συμβαλλόμενο.
(3) Μέχρι την πλήρη εκπλήρωση όλων των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, ο συμβαλλόμενος δεν δικαιούται περαιτέρω να κατεργαστεί ή/και να επεξεργαστεί τα παραδοθέντα εμπορεύματα ή να τα συνδέσει με άλλα πράγματα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο επιχειρηματίας αποκτά την αποκλειστική κυριότητα επί των πραγμάτων που προκύπτουν από την κατεργασία, επεξεργασία και σύνδεση.
(4) Σε περίπτωση κατάσχεσης ή άλλης διεκδίκησης των παραδοθέντων εμπορευμάτων, ο συμβαλλόμενος υποχρεούται να ειδοποιήσει αμέσως τον επιχειρηματία και, με δικά του έξοδα, να λάβει όλα τα μέτρα για τη διασφάλιση του δικαιώματος κυριότητας του επιχειρηματία. Εάν τα εμπορεύματα υπό παρακράτηση κυριότητας απομονωθούν από τον επιχειρηματία, αυτός μπορεί να προβεί σε αποθήκευση με έξοδα και κίνδυνο του συμβαλλομένου. Ο συμβαλλόμενος οφείλει να αποζημιώσει τον επιχειρηματία για όλες τις δαπάνες που συνδέονται με την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας.
(5) Η παραλαβή πίσω των παραδοθέντων εμπορευμάτων δεν ισοδυναμεί – εκτός εάν ο επιχειρηματίας το δηλώσει ρητά – με υπαναχώρηση από τη σύμβαση.
VIII. Εγγύηση, Ευθύνη
(1) Εφόσον δεν έχουν συναφθεί ειδικές συμφωνίες, από τη μεταβίβαση του κινδύνου ισχύει προθεσμία εγγύησης 36 μηνών. Για ανταλλακτικά και επισκευές η προθεσμία εγγύησης ανέρχεται σε 36 μήνες.
(2) Ορατά ελαττώματα ή ελλείποντα μέρη πρέπει, άλλως αποκλείεται κάθε αξίωση εγγύησης, να γνωστοποιούνται αμέσως, το αργότερο όμως εντός 8 ημερών από την έναρξη της προθεσμίας εγγύησης – τα κρυφά ελαττώματα εντός 8 ημερών από την ανακάλυψή τους – με συστημένη επιστολή που θα περιέλθει στον επιχειρηματία, με άμεση διακοπή τυχόν επεξεργασίας, διαφορετικά το εμπόρευμα θεωρείται ότι παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα, κανονικά και χωρίς ελαττώματα.
(3) Ο επιχειρηματίας που έχει ενημερωθεί νομίμως για ένα ελάττωμα μπορεί, κατά την επιλογή του, να εκπληρώσει την υποχρέωση εγγύησης ως εξής:
a. Επισκευή του εμπορεύματος επί τόπου;
b. Επισκευή στον επιχειρηματία ή σε άλλο τόπο που θα υποδείξει ο επιχειρηματίας, κατόπιν προηγούμενης αποστολής από τον συμβαλλόμενο αντισυμβαλλόμενο;
c. Αντικατάσταση του ελαττωματικού εμπορεύματος, το οποίο με αυτόν τον τρόπο περιέρχεται στην κυριότητα του επιχειρηματία, ή
d. Αντικατάσταση των ελαττωματικών μερών του εμπορεύματος, τα οποία με αυτόν τον τρόπο περιέρχονται στην κυριότητα του επιχειρηματία.
Σε περίπτωση μη διενέργειας ή μη άρτιας διενέργειας των ανωτέρω μέτρων παρά την όχληση και τη χορήγηση εύλογης πρόσθετης προθεσμίας, ο συμβαλλόμενος αντισυμβαλλόμενος δικαιούται μείωση τιμήματος. Ελλείψει συμφωνίας ως προς το εύρος της μείωσης τιμήματος ή σε περιπτώσεις ουσιώδους και ανεπανόρθωτου ελαττώματος, υφίσταται μόνο το δικαίωμα υπαναχώρησης. Περαιτέρω υποχρεώσεις δεν βαρύνουν τον επιχειρηματία στο πλαίσιο της εγγύησης.
(4) Τα κόστη που προκύπτουν από τα μέτρα σύμφωνα με το σημείο 3 του παρόντος βαρύνουν τον συμβαλλόμενο αντισυμβαλλόμενο – με εξαίρεση τα έξοδα αποστολής του εμπορεύματος αντικατάστασης ή των ανταλλακτικών. Κατ’ αρχήν, το εύρος της εγγύησης για εμπορεύματα που έχουν μεταφερθεί εκτός τελωνειακής επικράτειας περιορίζεται σε παροχές που, σε περίπτωση εγγύησης, θα είχαν προκύψει στον τόπο διέλευσης των συνόρων.
(5) Η επισκευή ή η αντικατάσταση πρέπει να γνωστοποιείται από τον επιχειρηματία ως προς τον χρόνο τουλάχιστον 5 ημέρες εκ των προτέρων. Εάν ο συμβαλλόμενος αντισυμβαλλόμενος, για λόγους που του καταλογίζονται, δεν παρίσταται κατά τον χρόνο αυτό ή δυσχεραίνει την επισκευή ή/και την αντικατάσταση ή τις καθιστά αδύνατες, αυτό θεωρείται ως παραίτηση από τις αξιώσεις εγγύησης.
(6) Η εγγύηση του επιχειρηματία αποκλείεται, εάν ο συμβαλλόμενος αντισυμβαλλόμενος δεν τήρησε τις οδηγίες ή/και τις συνθήκες λειτουργίας του επιχειρηματία, εάν το ελάττωμα προκλήθηκε από τον συμβαλλόμενο αντισυμβαλλόμενο ή τρίτους, εάν αυτοί προέβησαν ή ανέθεσαν να γίνουν παρεμβάσεις ή επισκευές στο εμπόρευμα, εάν ο συμβαλλόμενος αντισυμβαλλόμενος δεν παρέχει κατά τον απαιτούμενο τρόπο τη δυνατότητα επισκευής ή όσο ο συμβαλλόμενος αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του – ιδίως την υποχρέωση πληρωμής. Περαιτέρω, η εγγύηση αποκλείεται για αναλώσιμα και φθαρτά μέρη (μεμβράνες, ελαστικά στοιχεία, στεγανοποιήσεις κ.λπ.). Η εγγύηση ισχύει επίσης μόνο για ελαττώματα που εμφανίζονται υπό κανονική χρήση, με τήρηση των αντίστοιχων συνθηκών λειτουργίας.
(7) Ελλείψει ιδιαίτερης συμφωνίας, ο επιχειρηματίας δεν αναλαμβάνει καμία εγγύηση για μετατροπές ή ανακατασκευές παλαιών καθώς και ξένων προς τη λειτουργία εμπορευμάτων, καθώς και σε περίπτωση παράδοσης μεταχειρισμένων εμπορευμάτων.
(8) Στο πλαίσιο της εγγύησης δεν υφίσταται έναντι του επιχειρηματία καμία αξίωση αποζημίωσης ή αποκατάστασης ζημίας οποιουδήποτε είδους (π.χ. επακόλουθα κόστη, κόστη μεταφοράς και αντικατάστασης, διαφυγόντα κέρδη, έξοδα μεταφοράς και πρόσβασης κ.λπ.).
IX. Αποζημίωση, ευθύνη προϊόντος
(1) Σε περίπτωση αποζημίωσης, ο επιχειρηματίας ευθύνεται μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια. Η ευθύνη για ελαφρά αμέλεια αποκλείεται, όπως και η αποκατάσταση επακόλουθων και περιουσιακών ζημιών, απώλειας τόκων καθώς και ζημιών από αξιώσεις τρίτων έναντι του συμβαλλομένου.
(2) Σε περίπτωση βαριάς αμέλειας, η ευθύνη για ζημίες περιορίζεται σε κάθε περίπτωση στο 10πλάσιο του καθαρού ποσού τιμολογίου των παραδοθέντων εμπορευμάτων που προκάλεσαν τη ζημία.
(3) Σε περίπτωση μη τήρησης τυχόν όρων του επιχειρηματία για συναρμολόγηση, θέση σε λειτουργία και χρήση, αποκλείεται κάθε αποζημίωση.
(4) Εφόσον δεν αντιτίθενται αναγκαστικές νομοθετικές διατάξεις, αποκλείεται η ευθύνη για ζημίες βάσει του νόμου περί ευθύνης προϊόντος και άλλων συγκρίσιμων κανόνων, ανεξαρτήτως της έννομης τάξης από την οποία απορρέουν. Ο συμβαλλόμενος υποχρεούται να μετακυλίσει αυτόν τον αποκλεισμό ευθύνης υπέρ του επιχειρηματία στους εκάστοτε αγοραστές του, να τους υποχρεώσει σε περαιτέρω μετακύλιση έως τον τελικό χρήστη και να καταρτίσει σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Αξιώσεις τρίτων από τον τίτλο της ευθύνης προϊόντος βαρύνουν σε κάθε περίπτωση, στις εσωτερικές σχέσεις, τον συμβαλλόμενο, ώστε αυτός ιδίως, σε περίπτωση που στραφούν κατά του επιχειρηματία, να τον απαλλάσσει αμελλητί από κάθε ζημία και δικαστική διεκδίκηση. Ο επιχειρηματίας δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για προϊόντα ή πληροφορίες προϊόντων που τίθενται σε κυκλοφορία από τον συμβαλλόμενο.
(5) Ο συμβαλλόμενος οφείλει, κατά τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων του επιχειρηματία, να διασφαλίζει ότι η διαδικασία περαιτέρω διάθεσης μπορεί να τεκμηριωθεί αποδεδειγμένα – ιδίως ως προς το όνομα και τη διεύθυνση του αγοραστή, το είδος του προϊόντος και την ημερομηνία πώλησης. Ο συμβαλλόμενος υποχρεούται επίσης να ενημερώνει τους εργαζομένους του διαρκώς και με αποδεικτικό τρόπο για όλες τις πληροφορίες και οδηγίες που ο επιχειρηματίας συνοδεύει με τα προϊόντα του, καθώς και για τις νομοθετικές διατάξεις και τις διοικητικές εντολές. Αυτό ισχύει και έναντι των αγοραστών του συμβαλλομένου, ώστε αυτός, μέσω κατάλληλων οδηγιών προς το προσωπικό πωλήσεών του, υποχρεούται να ενημερώνει και να συμβουλεύει τους αγοραστές του κατά τρόπο αντίστοιχα ολοκληρωμένο. Ο συμβαλλόμενος υποχρεούται να διαβιβάζει αμελλητί στον επιχειρηματία τυχόν σφάλματα που περιέρχονται σε γνώση του σχετικά με τα προϊόντα ή/και τις πληροφορίες προϊόντων του επιχειρηματία και να παρακολουθεί τη συμφωνία μεταξύ πληροφοριών προϊόντων, οδηγιών τοποθέτησης και εγκατάστασης, δυνατοτήτων εφαρμογής κ.λπ. που αφορούν τα προϊόντα του επιχειρηματία με το εκάστοτε επίπεδο της επιστήμης και της τεχνολογίας και, σε περίπτωση αντιφάσεων, να ενημερώνει αμελλητί τον επιχειρηματία, καθώς και να παύει αμέσως κάθε περαιτέρω διάθεση προϊόντων στην αγορά σε αυτή την περίπτωση.
(6) Ο συμβαλλόμενος υποχρεούται να τηρεί όλα τα έγγραφα, τις πράξεις και τα αποδεικτικά στοιχεία για περίοδο τουλάχιστον 10 ετών από τη διάθεση στην αγορά ή/και την περαιτέρω διάθεση των προϊόντων και να τα παραδίδει πλήρως αμελλητί κατόπιν σχετικού αιτήματος.
X. Τόπος εκπλήρωσης, τόπος δικαιοδοσίας, προστασία δεδομένων
(1) Τόπος εκπλήρωσης για όλες τις παραδόσεις και τις πληρωμές είναι, ακόμη και αν η παράδοση πραγματοποιείται πράγματι σε άλλο τόπο, το Innsbruck.
(2) Για όλες τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ του επιχειρηματία και του συμβαλλόμενου μέρους του, καθώς και για όλες τις αξιώσεις που απορρέουν από τη νομικά έγκυρη ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτών των συμβάσεων, συμφωνείται η εφαρμογή του ουσιαστικού αυστριακού δικαίου.
(3) Ως αποκλειστικός τόπος δικαιοδοσίας για όλες τις δικαστικές διαφορές που απορρέουν από μια σύμβαση συμφωνείται το κατά περίπτωση καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για το Innsbruck. Ο επιχειρηματίας μπορεί, ωστόσο, να στραφεί κατά του συμβαλλόμενου μέρους και σε άλλο ημεδαπό ή αλλοδαπό τόπο δικαιοδοσίας.
(4) Στο πλαίσιο της μηχανογραφικής επεξεργασίας δεδομένων (EDV), αποθηκεύονται όλα τα δεδομένα των συμβαλλόμενων μερών που είναι σχετικά με τις επιχειρηματικές σχέσεις, με τήρηση του νόμου περί προστασίας δεδομένων.